Αριθμός 3176/2017
Περίληψη
Για τον προσδιορισμό των ακαθαρίστων εσόδων των επιχειρήσεων που υπόκεινται σε φόρο προστιθεμένης αξίας εφαρμόζονται οι ίδιες αρχές, οι οποίες εφαρμόζονται για τον προσδιορισμό των ακαθαρίστων εσόδων των εμπορικών επιχειρήσεων που υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος.Προκειμένου να προσδιορισθούν τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων που υπόκεινται σε φόρο προστιθεμένης αξίας, διενεργείται αυτοτελής έλεγχος των βιβλίων και στοιχείων της επιχειρήσεως και συντάσσεται ιδιαίτερη αυτοτελής έκθεση, η οποία περιλαμβάνει τις διαπιστώσεις του ελέγχου. Δεν αρκεί ο έλεγχος των βιβλίων και στοιχείων που έχει γίνει στη φορολογία εισοδήματος και ο προσδιορισμός, με βάση τα δεδομένα του ελέγχου αυτού, των ακαθαρίστων εσόδων τόσο στην φορολογία εισοδήματος όσο και στην φορολογία προστιθεμένης αξίας, χωρίς, πάντως, να αποκλείεται να συμπέσουν οι διαπιστώσεις του ελέγχου και στις δύο φορολογίες.
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β’
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 27 Σεπτεμβρίου 2017, με την εξής σύνθεση: Ε. Νίκα, Σύμβουλος της Επικράτειας, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος και του αναπληρωτή Προέδρου, που είχαν κώλυμα, Σ. Βιτάλη, Αγ. Γαλενιανού- Χαλκιαδάκη, Σύμβουλοι, Αγ. Σδράκα, Ειρ. Σταυρουλάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.
Για να δικάσει την από 20 Ιουνίου 2014 αίτηση: του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. Α’ Λάρισας, ο οποίος παρέστη με τον Χρήστο Κοραντζάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, κατά της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «……………………..» και το διακριτικό τίτλο «……………», που εδρεύει στη Λάρισα (…………………), η οποία δεν παρέστη.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 226/2014 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Ειρ. Σταυρουλάκη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον εκπρόσωπο του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται η καταβολή παράβολου, ζητείται η αναίρεση της 226/2014 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας, με την οποία απερρίφθη έφεση του Δημοσίου κατά της 459/2012 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Λάρισας. Με την τελευταία αυτή απόφαση, κατόπιν αποδοχής προσφυγής της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, ακυρώθηκε η 6/15-2-2006 πράξη του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Α’ Λάρισας, με την οποία, για την χρήση 1.1-31.12.2003, προσδιορίσθηκαν εξωλογιστικώς οι φορολογητέες εκροές και εισροές της ως άνω εταιρείας και αναμορφώθηκε το πιστωτικό της υπόλοιπο ΦΠΑ στο ποσό των 62.260,70 ευρώ.
2. Επειδή, με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α’ 213) αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989 (Α’ 8) ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικράτειας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικράτειας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ…». Επομένως, για το παραδεκτό αιτήσεως αναιρέσεως χωρίς χρηματικό αντικείμενο ή με αντικείμενο υπερβαίνον το ποσό των 40.000 ευρώ απαιτείται να προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο, είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικράτειας επί του συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, ήτοι επί ζητήματος όχι αιτιολογίας, συνδεόμενο με το πραγματικό της κρινομένης υποθέσεως, αλλά ερμηνείας διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς και δύναται να έχει γενικότερη εφαρμογή, είτε ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επί του συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της οικείας υποθέσεως, έρχεται σε αντίθεση προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικράτειας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, ως τέτοια δε νομολογία νοείται η διαμορφωθείσα επί αυτού τούτου του κρίσιμου νομικού ζητήματος (ΣτΕ 162/2017, ΣτΕ 2504/2016, 4194, 1532, 1307, 958, ΣτΕ 2977/2015, ΣτΕ 507/2014, ΣτΕ 4163/2012 επταμ.).
3. Επειδή, κατά τα εκτεθέντα στην σκέψη 1, το ποσό της διαφοράς υπερβαίνει τα 40.000 ευρώ.
4. Επειδή, το δικάσαν διοικητικό εφετείο δέχθηκε, καθ’ ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 48 του ν. 2859/2000 «περί κυρώσεως Κώδικα Φόρου Προστιθεμένης Αξίας» (Α’ 248), στο οποίο κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 1642/1986 «περί του Φόρου Προστιθεμένης Αξίας» (Α’ 125), ότι για τον προσδιορισμό των ακαθαρίστων εσόδων των επιχειρήσεων που υπόκεινται σε φόρο προστιθεμένης αξίας εφαρμόζονται οι ίδιες αρχές, οι οποίες εφαρμόζονται για τον προσδιορισμό των ακαθαρίστων εσόδων των εμπορικών επιχειρήσεων που υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος, ότι κατά τον προσδιορισμό των ακαθαρίστων εσόδων για την επιβολή φόρου προστιθεμένης αξίας καμμία δέσμευση δεν υφίσταται, κατά νόμο, από όσα έχουν γίνει δεκτά στην φορολογία εισοδήματος, ότι, συνεπώς, προκειμένου να προσδιορισθούν τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων που υπόκεινται σε φόρο προστιθεμένης αξίας, διενεργείται αυτοτελής έλεγχος των βιβλίων και στοιχείων της επιχειρήσεως και συντάσσεται ιδιαίτερη αυτοτελής έκθεση, η οποία περιλαμβάνει τις διαπιστώσεις του ελέγχου, και ότι δεν αρκεί ο έλεγχος των βιβλίων και στοιχείων που έχει γίνει στη φορολογία εισοδήματος και ο προσδιορισμός, με βάση τα δεδομένα του ελέγχου αυτού, των ακαθαρίστων εσόδων τόσο στην φορολογία εισοδήματος όσο και στην φορολογία προστιθεμένης αξίας, χωρίς, πάντως, να αποκλείεται να συμπέσουν οι διαπιστώσεις του ελέγχου και στις δύο φορολογίες.
Περαιτέρω, κατά τα κριθέντα με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η παράλειψη συντάξεως ιδιαίτερης εκθέσεως ελέγχου ή η παράλειψη να προσδιορισθούν αυτοτελώς τα ακαθάριστα έσοδα της επιχειρήσεως, προκειμένου να επιβληθεί φόρος προστιθεμένης αξίας, συνιστά νομική πλημμέλεια της πράξεως επιβολής του εν λόγω φόρου, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια της ουσίας. Ενόψει των ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε, κατ’ εκτίμηση των στοιχείων του φακέλλου και, ειδικότερα, του περιεχομένου της οικείας εκθέσεως ελέγχου φόρου προστιθεμένης αξίας, ότι εν προκειμένω η φορολογική αρχή μη νομίμως δεν διενήργησε ιδιαίτερο και αυτοτελή προσδιορισμό των ακαθαρίστων εσόδων της αναιρεσίβλητης, προκειμένου να προσδιορίσει το πιστωτικό υπόλοιπο του φόρου προστιθεμένης αξίας, αλλά έλαβε υπ’ όψιν τα ακαθάριστα έσοδα της αυτής χρήσεως, όπως είχαν προσδιορισθεί από τον έλεγχο στο πλαίσιο της φορολογίας εισοδήματος, χωρίς τούτο να αναιρείται από την απλή αναγραφή στην έκθεση ελέγχου φόρου προστιθεμένης αξίας, στον κατάλογο των συνημμένων σε αυτήν εγγράφων, της εκθέσεως φόρου εισοδήματος.
5. Επειδή, με την κρινομένη αίτηση το αναιρεσείον Δημόσιο πλήττει την τελευταία ως άνω κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προβάλλοντας ότι αυτή εξηνέχθη κατ’ εσφαλμένη συνδυαστική ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 1, 2, 30 παρ. 1, 32 παρ. 1, 48 και 49 του ν.2859/2000 καθώς και με πλημμελή, ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία, δίχως να βεβαιώνει το δικάσαν δικαστήριο ότι έχει πεισθεί για τον προσδιορισμό των ακαθαρίστων εσόδων και των δεδομένων που ελήφθησαν υπ’ όψιν για την έκδοση της επίμαχης πράξεως και δίχως να απαντήσει αιτιολογημένους στον ισχυρισμό που προέβαλε το Δημόσιο με την έφεσή του περί του ότι για τον προσδιορισμό του πιστωτικού υπολοίπου του φόρου προστιθεμένης αξίας στην προκειμένη υπόθεση διενεργήθηκε αυτοτελής προσδιορισμός των ακαθαρίστων εσόδων της αναιρεσίβλητης. Όμως, καθ’ ό μέρος με τους ανωτέρω λόγους δεν τίθεται ζήτημα ερμηνείας των προαναφερθεισών διατάξεων, αλλά πλήττεται μόνον η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως, άλλωστε, συνομολογείται από το αναιρεσείον στο δικόγραφό του (σελ. 16, υπό στοιχ. \/β), οι λόγοι αυτοί είναι, κατ’ άρθρο 12 παρ.1 του ν.3900/2010, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Τέλος, καθ’ ό μέρος ήθελε θεωρηθεί ότι με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται αντίθεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προς την νομολογία του Συμβουλίου της Επικράτειας όσον αφορά στις προϋποθέσεις εκδόσεως της πράξεως περί επιβολής ΦΠΑ, ειδικότερα δε την ανάγκη διενεργείας ιδιαιτέρου ελέγχου και συντάξεως αυτοτελούς σχετικής εκθέσεως και, συγκεκριμένα, αντίθεση προς τις 1514/2013, ΣτΕ 3338/2011, 754-5/2003 και ΣτΕ 2357/2001 αποφάσεις του Δικαστηρίου, ο σχετικός ισχυρισμός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι η υιοθετηθείσα από το δικάσαν διοικητικό εφετείο ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 48 του Κώδικα περί ΦΠΑ συμπίπτει με αυτήν των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικράτειας, τις οποίες επικαλείται το Δημόσιο.
6. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Διά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτηση.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 27 Σεπτεμβρίου 2017

