Print Friendly, PDF & Email

Περίληψη

Στα νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού σκοπού, τα οποία, άλλωστε, φορολογούνται για το εισόδημά τους που προκύπτει μόνον από την εκμίσθωση ακινήτων καθώς και από κινητές αξίες, ο προσδιορισμός του φορολογητέου εισοδήματος γίνεται κατά παραπομπή στις διατάξεις περί φορολογίας εισοδήματος των φυσικών προσώπων, σύμφωνα με τις οποίες, ο προσδιορισμός του καθαρού εισοδήματος γίνεται χωριστά για κάθε κατηγορία εισοδήματος με την αφαίρεση των δαπανών αποκτήσεώς του κατά τις ειδικότερες για κάθε πηγή ρυθμίσεις (άρθρα 20.έως 51) και, ακολούθως, τα προκύπτοντα από κάθε πηγή καθαρά κέρδη ή ζημίες προστίθενται αλγεβρικώς για να βρεθεί το συνολικό καθαρό εισόδημα του φορολογουμένου (άρθρο 4 παρ. 3 και 4). 
Συνεπώς, εφ’ όσον, κατά τα ανωτέρω, για τον προσδιορισμό του καθαρού εισοδήματος από εκμίσθωση ακινήτων των νομικών προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα είναι εφαρμοστέες οι διατάξεις που διέπουν τον προσδιορισμό του καθαρού εισοδήματος από ακίνητα των φυσικών προσώπων, οι δαπάνες που εκπίπτουν από το ακαθάριστο εισόδημα αυτής της πηγής, και δή στο κατά νόμο προβλεπόμενο ποσοστό, είναι οι δαπάνες που βαρύνουν την πραγματοποίηση των εσόδων αυτής ταύτης της πηγής (εισόδημα από ακίνητα) (πρβλ. ΣτΕ 2845/1973, ΣτΕ 2624/2008). 
Ως εκ τούτου, κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου της περιπτώσεως α’ της παραγράφου 13 του άρθρου 105 του Κ.Φ.Ε., στις δαπάνες οι οποίες εκπίπτουν από το ακαθάριστο εισόδημα από ακίνητα των νομικών προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα στο καθοριζόμενο από το νόμο ποσοστό, προκειμένου να προσδιορισθεί το καθαρό εισόδημα αυτών από την εν λόγω πηγή, περιλαμβάνονται οι κάθε είδους δαπάνες που καλύπτονται από νόμιμα δικαιολογητικά, οι οποίες πάντως συνάπτονται με την πραγματοποίηση του εισοδήματος των εν λόγω νομικών προσώπων από την εκμίσθωση ακινήτων.
Τα κοινωφελή ιδρύματα φορολογούνται για το εισόδημα τους από ακίνητα σύμφωνα με τα ισχύοντα στην φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων, ήτοι ο προσδιορισμός του φορολογητέου εισοδήματος τους από ακίνητα γίνεται μετά την αφαίρεση από το σχετικό ακαθάριστο εισόδημά τους (στο ποσοστό 50% που ορίζει ο νόμος) των δαπανών που συμβάλλουν στην πραγματοποίηση της συγκεκριμένης κατηγορίας εισοδήματος (πηγής), και, συνεπώς, δεν νοείται, κατά το ισχύον κατά τον κρίσιμο χρόνο για τα νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα σύστημα προσδιορισμού του φορολογητέου εισοδήματος, έκπτωση από το ακαθάριστο εισόδημα από εκμίσθωση ακινήτων δαπανών μη συναφών προς την απόκτηση του εν λόγω εισοδήματος, όπως οι δαπάνες εκπληρώσεως των κοινωφελών σκοπών των εν λόγω νομικών προσώπων.

Αριθμός 2477/2016 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 
ΤΜΗΜΑ Β’

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β’ Τμήματος, Ε. Νίκα, Μ. Πικραμένος, Σ. Βιτάλη, Κ. Νικολάου, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Ι. Δημητρακόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας ο I. Μητροτάσιος, Γραμματέας του Β’ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 15 Νοεμβρίου 2013 αίτηση: του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. Δ’ Αθηνών, ο οποίος παρέστη με τον Χρήστο Κοραντζάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου Του Κράτους, κατά του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία «ΙΔΡΥΜΑ……..», που εδρεύει στη Αθήνα (οδός ….. αρ. …..), το οποίο παρέστη με τον δικηγόρο ………… (A.M. …….), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 3035/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Ε. Νίκα.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως δεν απαιτείται κατά νόμο καταβολή παραβόλου.

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3035/2013 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατ’ αποδοχή προσφυγής του αναιρεσιβλήτου Ιδρύματος, ακυρώθηκε η σιωπηρά απόρριψη από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Δ’ Αθηνών της επιφυλάξεως που διετύπωσε το εν λόγω Ίδρυμα στην δήλωσή του φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2011 αναφορικά με το εύρος των εκπεστέων από το φορολογητέο εισόδημά του δαπανών.

3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως του Β’ Τμήματος με την από 13.3.2015 πράξη του Προέδρου του λόγω σπουδαιότητος (άρθρο 14 παρ. 5 π.δ/τος 18/1989, ΦΕΚ Α’ 8).

4. Επειδή, με την κρινομένη αίτηση, η οποία ασκηθείσα στις 15.11.2013 εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (ΦΕΚ Α’ 213), άγεται ενώπιον του Δικαστηρίου διαφορά ανερχόμενη, σύμφωνα με το επισυναπτόμενο υπ’ αριθμ. πρωτ. 44226/11.11.2013 σημείωμα της Δ.Ο.Υ. Δ’ Αθηνών, στο ποσό των 173.890,90 ευρώ, με το εισαγωγικό δε δικόγραφο αυτής το αναιρεσείον Δημόσιο ισχυρίζεται ότι «ουδόλως υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας» για τα τιθέμενα με τους δύο προβαλλομένους λόγους αναιρέσεως ερμηνευτικά ζητήματα, ήτοι το ζήτημα εάν για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος κοινωφελούς ιδρύματος από την εκμίσθωση ακινήτων, βάσει των διατάξεων του άρθρου 105 παρ. 13 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 11 παρ. 12 του ν. 3842/2010, αφαιρείται το ποσό που αντιστοιχεί σε δαπάνες εκπληρώσεως του κοινωφελούς του σκοπού, καθώς και το ζήτημα «εάν υπάρχει υποχρέωση αυτού για την προσκόμιση στη φορολογική αρχή των στοιχείων που εκδόθηκαν για την δικαιολόγηση του ποσού αυτού». 
Ο ισχυρισμός αυτός περί μη υπάρξεως νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικής με τα ως άνω τιθέμενα νομικά ζητήματα είναι βάσιμος και, συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση ασκείται παραδεκτώς από της απόψεως της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010, ασκουμένη δε και κατά τα λοιπά παραδεκτώς, είναι περαιτέρω εξεταστέα.

5. Επειδή, υπό το καθεστώς του εφαρμοστέου εν προκειμένω Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994, ΦΕΚ Α’ 151), το φορολογητέο εισόδημα των φυσικών προσώπων διακρίνεται σε επτά (7) κατηγορίες (πηγές) και προσδιορίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 αυτού, ήτοι αρχικώς εξευρίσκεται το καθαρό εισόδημα κάθε κατηγορίας χωριστά με την αφαίρεση από το ακαθάριστο εισόδημα κάθε πηγής των δαπανών γιά την απόκτησή του κατά τα ειδικότερον οριζόμενα στα άρθρα 20 έως 51, όπου καθορίζονται λεπτομερώς το περιεχόμενο κάθε κατηγορίας εισοδήματος καθώς και ο τρόπος υπολογισμού του ακαθαρίστου και του καθαρού εισοδήματος, και, στη συνέχεια, για να βρεθεί το συνολικό εισόδημα αθροίζονται τα επί μέρους εισοδήματα των κατηγοριών Α’ έως Ζ’, κατά την άθροιση δε αυτή συμψηφίζονται τα θετικά και αρνητικά στοιχεία (καθαρά κέρδη ή ζημίες) των επί μέρους εισοδημάτων από τις προαναφερθείσες πηγές. Ειδικότερα, όσον αφορά το εισόδημα των φυσικών προσώπων από ακίνητα, ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: στο άρθρο 20 παρ. 1, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 10 άρθρ. 2 του ν. 2753/1999 (ΦΕΚ Α’ 249), ότι «Εισόδημα από ακίνητα είναι αυτό που προκύπτει κάθε οικονομικό ή κατά περίπτωση γεωργικό έτος, είτε από εκμίσθωση ή επίταξη ή έμμεσα από ιδιοκατοίκηση ή ιδιοχρησιμοποίηση ή από παραχώρηση της χρήσης σε τρίτο χωρίς αντάλλαγμα, μιας ή περισσότερων οικοδομών είτε από εκμίσθωση γαιών….», στο άρθρο 22 παρ. 1 ότι «Ακαθάριστο εισόδημα, προκειμένου για οικοδομή που εκμισθώνεται, είναι το μίσθωμα που έχει συμφωνηθεί. …» και στο άρθρο 23, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 και 19 του ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α’ 58), ότι «1. Από το κατά το προηγούμενο άρθρο ακαθάριστο εισόδημα από ακίνητα εκπίπτουν: α) Ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) για αποσβέσεις σε οικοδομές οι οποίες χρησιμοποιούνται ως κατοικίες, οικοτροφεία, σχολεία, φροντιστήρια, αίθουσες κινηματογράφων ή θεάτρων, ξενοδοχεία, νοσοκομεία ή κλινικές και ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) για οικοδομές οι οποίες χρησιμοποιούνται για άλλες χρήσεις. Ειδικά για την ανακατασκευή εν όλω ή εν μέρει καταστραφέντων αρχιτεκτονικών μελών κτιρίων ή κτισμάτων,που προστατεύονται τα ποσοστά των δύο προηγουμένων εδαφίων αυξάνονται, αντίστοιχα, σε είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και δεκαπέντε τοις εκατό (15%)… Επίσης, εκπίπτει ποσοστό μέχρι σαράντα τοις εκατό (40%) για ασφάλιστρα κατά του κινδύνου της πυρκαγιάς ή άλλων κινδύνων, για δικαστικές δαπάνες και για αμοιβή δικηγόρου για δίκες μισθωτικών διαφορών ή διαφορών μεταξύ ιδιοκτητών και διαχειριστών ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους». … 2. Τo ποσό που απομένει, μετά τις εκπτώσεις που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, αποτελεί το καθαρό εισόδημα από ακίνητα». Σε αντίθεση με το ως άνω σύστημα προσδιορισμού του εισοδήματος των φυσικών προσώπων, που ενεργείται χωριστά για κάθε κατηγορία εισοδήματος, για τον προσδιορισμό του εισοδήματος των νομικών προσώπων κερδοσκοπικού χαρακτήρα αθροίζονται τα ακαθάριστα έσοδα όλων των επί μέρους κατηγοριών εισοδήματος (από εμπορική δραστηριότητα, αλλά και από μη εμπορική δραστηριότητα, όπως π.χ. από ακίνητα) (άρθρο 105 παρ. 1 Κ.Φ.Ε.), ακολούθως αθροίζονται οι παραγωγικές δαπάνες όλων επίσης των κατηγοριών εισοδήματος και, στη συνέχεια, αφαιρείται το άθροισμα των παραγωγικών δαπανών από το άθροισμα των ακαθαρίστων εσόδων (άρθρα 105 παρ. 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 31 Κ.Φ.Ε.).

6. Επειδή, διάφορη σε σχέση με τα νομικά πρόσωπα κερδοσκοπικού σκοπού είναι η μεταχείριση που επιφυλάσσει ο ως άνω Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994) στα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ημεδαπά ή αλλοδαπά νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, στα οποία περιλαμβάνονται και τα κάθε είδους ιδρύματα, τα οποία υπόκεινται μεν, κατά το άρθρο 101 παρ. 2, σε φόρο εισοδήματος, σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 99 παρ. 1 περ. ε, αντικείμενο του φόρου για τα εν λόγω «ημεδαπά νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα» είναι «το καθαρό εισόδημα που προκύπτει στην ημεδαπή ή την αλλοδαπή μόνο από την εκμίσθωση ακινήτων καθώς και από κινητές αξίες», ενώ «δεν αποτελούν αντικείμενο φορολογίας τα λοιπά εισοδήματα αυτών των νομικών προσώπων, καθώς και τα κάθε είδους άλλα έσοδά τους που πραγματοποιούνται κατά την επιδίωξη της εκπλήρωσης του σκοπού τους» [Η παρασχεθείσα με την παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 3296/2004 απαλλαγή από τον φόρο των εισοδημάτων  από οικοδομές γενικά και από εκμίσθωση γαιών των ημεδαπών νομικών προσώπων  που επιδιώκουν κοινωφελείς σκοπούς καταργήθηκε με την  παρ. 3 του άρθρου 12 του ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α’ 58/23.4.2010), κατά την παρ. 5 δε του ιδίου άρθρου η ως άνω κατάργηση ισχύει για εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 2010 και μετά]. 
Εξ άλλου, στις παραγράφους 13 και 14 του άρθρου 105, όπως η παρ. 13 ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο μετά την προσθήκη με την παρ. 12 του άρθρου 11 του ν. 3842/2010 δευτέρου εδαφίου [που έχει εφαρμογή κατά την παρ. 14 του ιδίου άρθρου 11 του ν. 3842/2010 «για εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 2010 και μετά»] ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «13. Τα εισοδήματα των νομικών προσώπων και ιδρυμάτων της παρ. 2 του άρθρου 101 προσδιορίζονται ως εξής: α) Τα εισοδήματα από ακίνητα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 20 έως 23. Ειδικά για τον προσδιορισμό του εισοδήματος από εκμίσθωση ακινήτων εκπίπτουν οι δαπάνες επισκευής, συντήρησης, ανακαίνισης, οι πάγιες και λειτουργικές δαπάνες και κάθε είδους άλλη δαπάνη των νομικών προσώπων και ιδρυμάτων αυτών, μέχρι πενήντα τοις εκατό (50%) επί των ακαθάριστων εσόδων, εφόσον καλύπτεται από νόμιμα παραστατικά, β) Τα εισοδήματα από κινητές αξίες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 24 έως 27. … 14. Για την εξεύρεση του συνολικού καθαρού φορολογητέου εισοδήματος των νομικών προσώπων και ιδρυμάτων της προηγούμενης παραγράφου, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των παρ. 3, 4 και 7 του άρθρου 4». 

Όπως προκύπτει από τις ειδικότερες αυτές ρυθμίσεις, στα νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού σκοπού, τα οποία, άλλωστε, φορολογούνται για το εισόδημά τους που προκύπτει μόνον από την εκμίσθωση ακινήτων καθώς και από κινητές αξίες, ο προσδιορισμός του φορολογητέου εισοδήματος γίνεται κατά παραπομπή στις διατάξεις περί φορολογίας εισοδήματος των φυσικών προσώπων, σύμφωνα με τις οποίες, όπως προεξετέθη, ο προσδιορισμός του καθαρού εισοδήματος γίνεται χωριστά για κάθε κατηγορία εισοδήματος με την αφαίρεση των δαπανών αποκτήσεώς του κατά τις ειδικότερες για κάθε πηγή ρυθμίσεις (άρθρα 20.έως 51) και, ακολούθως, τα προκύπτοντα από κάθε πηγή καθαρά κέρδη ή ζημίες προστίθενται αλγεβρικώς για να βρεθεί το συνολικό καθαρό εισόδημα του φορολογουμένου (άρθρο 4 παρ. 3 και 4). 
Συνεπώς, εφ’ όσον, κατά τα ανωτέρω, για τον προσδιορισμό του καθαρού εισοδήματος από εκμίσθωση ακινήτων των νομικών προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα είναι εφαρμοστέες οι διατάξεις που διέπουν τον προσδιορισμό του καθαρού εισοδήματος από ακίνητα των φυσικών προσώπων, οι δαπάνες που εκπίπτουν από το ακαθάριστο εισόδημα αυτής της πηγής, και δή στο κατά νόμο προβλεπόμενο ποσοστό, είναι οι δαπάνες που βαρύνουν την πραγματοποίηση των εσόδων αυτής ταύτης της πηγής (εισόδημα από ακίνητα) (πρβλ. ΣτΕ 2845/1973, ΣτΕ 2624/2008). 
Ως εκ τούτου, κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου της περιπτώσεως α’ της παραγράφου 13 του άρθρου 105 του Κ.Φ.Ε., στις δαπάνες οι οποίες εκπίπτουν από το ακαθάριστο εισόδημα από ακίνητα των νομικών προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα στο καθοριζόμενο από το νόμο ποσοστό, προκειμένου να προσδιορισθεί το καθαρό εισόδημα αυτών από την εν λόγω πηγή, περιλαμβάνονται οι κάθε είδους δαπάνες που καλύπτονται από νόμιμα δικαιολογητικά, οι οποίες πάντως συνάπτονται με την πραγματοποίηση του εισοδήματος των εν λόγω νομικών προσώπων από την εκμίσθωση ακινήτων.
 
7. Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το αναιρεσίβλητο κοινωφελές ίδρυμα (ν.π.ι.δ.) έχει, κατά τα οριζόμενα στο καταστατικό του, ως κύριο σκοπό την προαγωγή της παιδείας, της υγείας και της προστασίας του περιβάλλοντος. Με την υπ’ αριθμ. 210/10.3.2011 δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2011, που υπέβαλε στην Δ’ ΔΟΥ Αθηνών, δήλωσε, εκτός των λοιπών εισοδημάτων του, 1) αφορολόγητα εισοδήματα: α) ενοίκια περιόδου 1.1 – 22.4.2010 (1.539.759,61 εδώ), β) διάφορα έσοδα περιόδου 23.4 – 31.12.2010 (108.066,82 ευρώ) και γ) δωρεές ιδίας περιόδου 23.4 – 31.12.2010 (28.187,.90 ευρώ) και 2) ακαθάριστα ,έσοδα από εκμίσθωση ακινήτων: « περιόδου 23.4.2010 – 31.12.2010 (3.414.396,93 ευρώ), ενώ συνυπέβαλε, μεταξύ άλλων και «κατάσταση δαπανών εκπληρώσεως σκοπών» ιδίας περιόδου (23.4 – 31.12.2010), στην οποία αναγράφονταν οι σχετικές δαπάνες ως εξής: «παιδεία 853.613,76, υγεία 810.202,43, περιβάλλον 227.900,00», ήτοι σύνολο δαπανών 1.891.716,19 ευρώ. Με την ως άνω δήλωσή του το αναιρεσίβλητο συνυπέβαλε και την υπ’ αριθμ. πρωτ. 5207/10.3.2011 επιφύλαξη, με την οποία ζήτησε να εκπεσθούν, κατά τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος του από την εκμίσθωση των ανωτέρω ακινήτων, οι προαναφερθείσες δαπάνες συνολικού ύψους 1.891.716,19 ευρώ, κατά το μέρος που αναλογούν στην περίοδο 23.4.2010 – 31.12.2010, κατά την οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του και την ανωτέρω υποβληθείσα «κατάσταση δαπανών εκπληρώσεως σκοπών», πραγματοποίησε για την εκπλήρωση των κοινωφελών σκοπών του, και την, κατ’ αποδοχήν αυτής, επιστροφή συνολικού ποσού ύψους 173.890,90 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στον σχετικώς αναλογούντα πιστωτικό φόρο εισοδήματος που θα προέκυπτε, στην περίπτωση κατά την οποία οι δαπάνες αυτές είχαν εκπεσθεί. Η ως άνω επιφύλαξη απερρίφθη σιωπηρώς από τον Προϊστάμενο της Δ’ ΔΟΥ Αθηνών με την παρέλευση απράκτου τριμήνου από την υποβολή της. Κατά της ανωτέρω σιωπηρής απορρίψεως το αναιρεσίβλητο ίδρυμα άσκησε προσφυγή, η οποία έγινε δεκτή με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατά τα ήδη εκτεθέντα ανωτέρω. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό ότι στις δαπάνες που εκπίπτονται από το εισόδημα των κοινωφελών ιδρυμάτων που προέρχεται από μισθώματα ακινήτων περιλαμβάνονται και οι δαπάνες εκπληρώσεως σκοπού, οι εν λόγω δε δαπάνες εκπληρώσεως σκοπού εκπίπτονται, εφ’ όσον καλύπτονται από τα νόμιμα παραστατικά, ως τέτοιων νοουμένων των προβλεπομένων, κατά την φύση της εκπεστέας κάθε φορά δαπάνης, από όλο το πλέγμα της νομοθεσίας και σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις περί κοινωφελών ιδρυμάτων και τον Οργανισμό του ιδρύματος, περαιτέρω δε ότι η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 12 του ν. 3842/2010, που προβλέπει την έκπτωση δαπανών, «εφόσον καλύπτονται από νόμιμα παραστατικά», δεν προβλέπει υποχρέωση προσκομίσεως στοιχείων δαπανών κατά την υποβολή της δηλώσεως, ενώ, εξ άλλου, ούτε το άρθρο 107 του ΚΦΕ προβλέπει υποχρέωση συνυποβολής των δικαιολογητικών στοιχείων των δαπανών, τα οποία φυλάσσονται από τον φορολογούμενο για τον φορολογικό έλεγχο. 

Εν όψει των ανωτέρω, το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι από την έναρξη ισχύος του ν. 3842/2010, ήτοι από 23.4.2010, το ήδη αναιρεσίβλητο κοινωφελές ίδρυμα φορολογείται με συντελεστή 20% στο καθαρό εισόδημά του από μισθώματα ακινήτων, αφού αφαιρεθούν και οι δαπάνες του εκπληρώσεως σκοπού σε ποσοστό μέχρι 50% και κατέληξε κατόπιν τούτου ότι μη νόμιμα απορρίφθηκε από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Δ’ Αθηνών η διατυπωθείσα από το ίδρυμα επιφύλαξη αναφορικά με την έκπτωση από το φορολογητέο εισόδημα του και των δαπανών εκπληρώσεως των κοινωφελών σκοπών αυτού. 

Η κρίση, όμως, αυτή του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου δεν είναι νόμιμη, αφού, σύμφωνα με όσα εξετέθησαν στην προηγουμένη σκέψη, τα κοινωφελή ιδρύματα φορολογούνται για το εισόδημα τους από ακίνητα σύμφωνα με τα ισχύοντα στην φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων, ήτοι ο προσδιορισμός του φορολογητέου εισοδήματος τους από ακίνητα γίνεται μετά την αφαίρεση από το σχετικό ακαθάριστο εισόδημά τους (στο ποσοστό 50% που ορίζει ο νόμος) των δαπανών που συμβάλλουν στην πραγματοποίηση της συγκεκριμένης κατηγορίας εισοδήματος (πηγής), και, συνεπώς, δεν νοείται, κατά το ισχύον κατά τον κρίσιμο χρόνο για τα νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα σύστημα προσδιορισμού του φορολογητέου εισοδήματος, έκπτωση από το ακαθάριστο εισόδημα από εκμίσθωση ακινήτων δαπανών μη συναφών προς την απόκτηση του εν λόγω εισοδήματος, όπως οι δαπάνες εκπληρώσεως των κοινωφελών σκοπών των εν λόγω νομικών προσώπων. Για τον λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο «με την κρινομένη αίτηση, η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, παρέλκει δε ως  αλυσιτελής η έρευνα του άλλου λόγου αναιρέσεως, που αναφέρεται στην υποχρέωση συνυποβολής μετά της δηλώσεως φόρου εισοδήματος των δικαιολογητικών στοιχείων των δαπανών εκπληρώσεως των κοινωφελών σκοπών του αναιρεσιβλήτου ιδρύματος.
 
8. Επειδή, μετά ταύτα, δεδομένου ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό το Δικαστήριο διακρατεί την υπόθεση, δικάζει την προσφυγή του Ιδρύματος κατά της απορρίψεως της προαναφερθείσης επιφυλάξεώς του και, σύμφωνα με όσα έγιναν ανωτέρω δεκτά, την απορρίπτει.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 3035/2013 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με το αιτιολογικό.

Διακρατεί την υπόθεση, δικάζει την προσφυγή του Ιδρύματος και την απορρίπτει.

Επιβάλλει στο αναιρεσίβλητο την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου για την κατ’ αναίρεση δίκη, που ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.

Απαλλάσσει το αναιρεσίβλητο από την δικαστική δαπάνη της ουσιαστικής δίκης.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2016 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 30ής Νοεμβρίου 2016.

Η Πρόεδρος του Β’ Τμήματος 

Ο Γραμματέας του Β’ Τμήματος